Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιουνίου 5

Short story...


Πήρε το στυλό στα χέρια της κι άρχισε να γράφει. Να γράφει όσα είχε μέσα της καιρό. Και οι λέξεις έγιναν λυγμοί που την έπνιγαν, οι φράσεις έγιναν παράπονο που την έθλιβε, οι αράδες έγιναν μαχαίρια που πλήγωναν τις αναμνήσεις της. Έγραφε, έγραφε, έγραφε.. σε μια απόπειρα να μεταφέρει για λίγο το βάρος που πλάκωνε την ψυχή της... Ώσπου σώθηκαν τα λόγια της και καταλάγιασε κάπως το θηρίο μέσα της. Όχι πως είχε σκοπό να φτάσει αυτό στα δικά του χέρια, αλλά ήταν για την ίδια ένας τόπος να ξεσπάσει. Γιατί τις τελευταίες μέρες ένιωθε εγκλωβισμένη, φυλακισμένη από τον ίδιο της τον εαυτό. Και έπρεπε κάπου να εκτονωθεί. Κι αφού ένιωθε αφημένη από ανθρώπους και μόνη, έβγαζε το ξέσπασμα της στο χαρτί...




Ώρες τώρα τριγυρνούσε στα στενά της πόλης και τους διαδρόμους του μυαλού του. Χαμένος στις σκέψεις του. Παραδομένος σε ένα ατέρμονο ταξίδι στα "γιατί" που τον κύκλωναν... Γιατί άφησαν να φτάσουν ως εκεί; Γιατί κατέληξαν να μην έχουν από που να κρατηθούν για να συνεχίσουν; Γιατί δε γνωρίζουν πλέον τον τρόπο να διορθωθεί ότι έχει σπάσει; Αρκούσε άραγε μια λέξη;.. ένα χάδι;.. μια συγνώμη;.. Ή μήπως τίποτα δεν ήταν πλέον αρκετό; Μήπως ότι είχαν είχε χαθεί για πάντα πια;... Όχι, δεν μπορούσε να το δεχθεί αυτό. Δεν μπορούσε έτσι απλά να την αφήσει να βγει από τη ζωή του. Τίποτα δεν είχε τελειώσει. Όχι πριν να είναι σίγουρος ότι έχει κάνει τα πάντα για να το αποτρέψει...





Το κουδούνι χτυπούσε επίμονα. Το ξενύχτι όμως και τα δάκρυα την είχαν οδηγήσει σε έναν γλυκό ατάραχο ύπνο. Ξύπνησε απότομα και πήγε να ανοίξει. Πριν φτάσει στην πόρτα κοίταξε το είδωλο της στον καθρέφτη, για να αντικρύσει ένα πρόσωπο κουρασμένο από τις σκέψεις και πρησμένο από το κλάμα. Ποιος θα την έβλεπε σε αυτό το χάλι;.. Άνοιξε τελικά και μπροστά της εμφανίστηκε εκείνος... Αποφασισμένος πλέον και σίγουρος.. έτοιμος να δώσει ένα τέλος.. και ίσως μια ένα αρχή...


Σάββατο, Μαρτίου 6

Κοίτα... σε αγαπάω ακόμα.

Σου το είχα πει... είμαι creep. Ένα καθίκι που ζει στα σκοτάδια. Και δίπλα σου βρήκα το φως. Κι όμως... πονάω.
Δεν σου αξίζω. Δεν σου αξίζει μία τόσο χλιαρή σχέση. Δεν αξίζει να ασχολείσαι με απομεινάρια. Εσύ δεν αξίζει να αναλωθείς σε μένα.
Γιατί πραγματικά... βαρέθηκα να προσπαθώ να με κάνω να νιώσω ισάξια δίπλα σου. Γιατί ποτέ δεν θα είμαι. Ποτέ δεν θα μου αξίζει αυτή η θέση που έχεις κρατήσει δίπλα μου.
Κι όμως, εγώ ακόμα, σαν μαζοχιστικό καθίκι θα σε αγαπάω... μέχρι να πέσει η αυλαία. Μέχρι να κλείσεις εσύ τα μάτια σου και μέχρι να κλείσω τα δικά μου εγώ.
Και χαίρομαι που αποδείχθηκες άγγελος και γω δαιμόνιο.



Απόψε θα σου πω όσα ποτέ μου δεν σου πα
Είναι μελό η μουσική και βαριά του beat η λούπα
Τι κι αν πέρασαν χρόνια στην σκέψη μου έρχεσαι συχνά
και μοιάζεις ξέφωτο στα δάση του μυαλού μου τα πυκνά
M'αεράκι ζεστό ντύνεις την βαρυχειμωνιά μου
Είσαι το μόνο που θυμάμαι μες τη λησμονιά μου
Η ανάσα η γλυκιά στα πικρά πρωινά μου
Και λυπάμαι τελικά που διάλεξα την μοναξιά μου
Σε φαρμάκωσα μια, μα φαρμακώθηκα χίλιες
Κι από τότε έχουν κλείσει της ψυχής μου οι γρίλιες
Η αντάρα μου δεν λέει να ξεκαθαρίσει
και την φωτιά μου δεν μπορεί τίποτα να την σβήσει


Γιατί
Κοίτα ακόμα σαγαπάω
για σένα τραγουδάω για σένανε ξυπνάω την μέρα που έρχεται μα εγώ
Στο σώμα σου εγώ βρήκα το μέρος που ανήκα εσύ όμως δεν ανήκεις στο μέρος που εγώ ζω
μην με παρεξηγήσεις
μην με κακοκαρδίσεις
που διάλεξα στα μαύρα μου σκοτάδια εγώ να ζω


Να μην πιστέψεις ποτέ πως δεν σ αγάπησα
Θάλασσες πέρασα, βουνά πίσω μου άφησα
Στην μοναξιά μου για σένα δάκρυσα
Στα μονοπάτια μας μονάχος μου μπεκροπερπάτησα
Μες τα παλάτι μου τα υδροσκότεινα
Θυμάμαι έντονα τα χείλη σου
τα κόκκινα που σαν μαγγίζανε όλα ανθίζανε
Κι ύστερα γαληνά με σιγονανουρίζανε
Θυμάμαι κι άλλα συνήθως δεν τα πειράζω, απόψε όμως τα σκάλισα για αυτό δεν ησυχάζω
Κι όσο μακριά σου και να μια μαζί ώρες περνάμε αφού στα όνειρά μου στην αγκαλιά σου κοιμάμαι..


Κοίτα
Κοίτα ακόμα σ αγαπάω
για σένα τραγουδάω για σένανε ξυπνάω την μέρα που έρχεται να μα εγώ
Στο σώμα σου εγώ βρήκα το μέρος που ανήκα εσύ όμως δεν ανήκεις στο μέρος που εγώ ζω
μην με παρεξηγήσεις
μην με κακοκαρδίσεις
που διάλεξα στα μαύρα μου σκοτάδια εγώ να ζω
κοίτα...


Γιατί ό, τι και αν γίνει... ακόμα σε αγαπάω. Και θα σε αγαπάω.

Αυτή η ανάρτηση, είναι αφιερωμένη στον Βασίλη, ακριβώς επειδή δεν πρόκειται να την δει ποτέ του. Και ακριβώς επειδή θα διαφωνήσει κάθετα με όλα. :)

Σάββατο, Φεβρουαρίου 20

Γιατί με αγάπησες...

Καλησπέρα σας. :)
Καιρό έχω να αναρτήσω εδώ και μάλιστα σήμερα που ήθελα να γράψω κάποιος μου έσπασε τα νεύρα. Άκους εκεί από τις 3μιση και μετά λέμε καλησπέρα. Που τα ακούς αυτά ρε; Τα παίρνω, χωρίς πλάκα.
Σάββατο σήμερα. Και ας μπώ στο κυρίως θέμα διότι σιγοκαίω.
*****


Μου λείπεις πάλι... όλη μέρα κι όλη νύχτα σε σκέφτομαι... Γιατί με βασανίζεις, σαν γλυκό πιοτό που δηλητηριάζει τον οργανισμό μου;
Δεν μο φτάνουν 5, ίσως 6 ώρες την εβδομάδα μαζί σου. Δεν μου φτάνει ολόκληρη η αιωνιότητα. Θέλω να ξυπνάω μαζί σου... να κοιμάμαι και το τελευταίο πράγμα που αθ έχω δει αν είσαι συ. Θέλω το τελευταίο πράγμα που θα νιώσω πριν πεθάνω να είναι τα χείλη σου... τα γλυκά, απαλά σου χείλη...

Μου λείπεις.. περισσότερο από όσο μπορώ να σου πω, περισσότερο από όσο έχω την δυνατότητα με αυτή την γλώσσα, που πλέον μου φαίνεται τόσο απελπιστικά αδύναμη αν εκφράσει το τι νιώθω για σένα... Μου λείπεις σαν το οξυγόνο, σαν τα όνειρα, σαν την ίδια την ουσία από την οποία είναι φτιαγμένη η ζωή.

Μου λείπεις... και κάτι τρέμει στο λαρύγγι μου... τα μάτια μου υγραίνονται και περιμένω την ώρα που θα 'ρθεις και θα με πάρεις στην αγκαλιά σου... να μου ψιθυρίσεις πόσο με αγαπάς και πόσο σου έλειψα και γω... Σου έλειψα; Εγώ; Αλήθεια; Μα γιατί; Τι θα μπορούσε να σου λείψει από εμένα; Τα έχεις όλα, αφού είσαι τα πάντα. Τα πάντα στην ζωή μου είσαι εσύ...

Μου λείπουν τα χέρια σου να αγγίζουν όλο μου το σώμα... μου λείπει το χαμόγελο από τα χείλη σου. Και μα τον θεό, χαμογελάς εξαιτίας μου. Πως κατάφερα τέτοιο θαύμα;
Πόσο μου λείπεις... πάλι.

Κρύβω τα δάκρυα από την φωνή μου, και χαίρομαι που δεν μπορείς να δεις το πρόσωπό μου από το τηλέφωνο... Γιατί δεν μπορώ να ακούω την ικετευτική φωνή σου να μου λέει "Μην κλαις, σε παρακαλώ".
Μου φέρνει κι άλλα δάκρυα στα μάτια...
Και αυτή η φωνή σου... η τόσο υπέροχη φωνή σου, ονειρεμένη, από την πρώτη στιγμή που σε άκουσα... Τόσο απαλή, ρευστή, φυσική, μα και την ίδια στιγμή τόσο εξωπραγματικά όμορφη...

A little fallen angel on your shoulder...
Μου λείπεις, αλλά δεν μπορώ να πω πως μου λείπεις με όλη μου την καρδιά. Γιατί την κρατάς στα χέρια σου. Και μου αρέσει ο τρόπος που την κρατάς. Τόσο προστατευτικά, γλυκά, τα χέρια σου την αγκαλιάζουν απαλά και προσέχουν να μην σου πέσει...
Άρα δεν έχει σημασία που δεν κρατάω εγώ την καρδιά μου. Γιατί εσύ την προσέχεις πολύ καλύτερα από μένα.

Περιφέρομαι μόνη στους άδειους δρόμους της πόλης... ψάχνω να σε βρω όπου κι αν είσαι. Ψάχνω την αγκαλιά σου, το δέρμα σου, τα χείλη σου να αγγίζουν τα δικά μου.
Δεν μπορώ άλλο. Μου λείπεις.

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες
σε περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι' αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.


Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάει
είδα τη λυγερή σκιά μου ως όνειρο
να παίζει, να πονάει,
μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σεναν άρεσε
γι' αυτό έμειν' ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Μόνο γιατί σε σεναν άρεσε.


Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα.


Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου

Κυριακή, Ιανουαρίου 10

Το ρολόι του τοίχου...


Οι ώρες περνούσαν και το βλέμμα της έμενε κολλημένο στο ρολόι. Δώρο απ' όταν έπιασε το σπίτι, το είχε βάλει στον τοίχο στα αριστερά του καναπέ, πάνω από το τραπεζάκι του τηλεφώνου. Σ' εκείνο τον καναπέ ήταν πάλι κουλουριασμένη και το κοιτούσε, χάζευε τους δείκτες που έκαναν κύκλους ασταμάτητα. Χαμένη γι' ακόμη μια φορά στους διαδρόμους του νου της. Το χρόνο που περνούσε σ' αυτή τη θέση δεν μπορούσε να τον υπολογίσει πια, κι ας ήταν μόνη της έγνοια το ρολόι του τοίχου. Το παρατηρούσε και χανόταν στις αναμνήσεις της. Και κάπου κάπου μπέρδευε το παρελθόν με το παρόν, και τη θύμηση με την πραγματικότητα. Μετρούσε τις ώρες μέχρι να έρθει. Ανησυχούσε που καθυστερούσε. Θύμωνε που δεν εμφανιζόταν. Περίμενε να μπει μέσα όπως κάθε μέρα, να την κοιτάξει με το ζεστό του βλέμμα και να την σφίξει στην αγκαλιά του. Να κάτσουν μαζί να φάνε, να πούνε τα της ημέρας τους και έπειτα να κουλουριαστούν στον καναπέ μαζί βλέποντας τηλεόραση. Ή αν της έδινε εκείνο το άλλο βλέμμα, το γεμάτο επιθυμίες και υποσχέσεις, να τρέξουν να κουκουλωθούν στο κρεβάτι τους και να δωθούν ο ένας στον άλλον τόσο παθιασμένα, τόσο τρυφερά, ολοκληρωτικά. Ν' αγαπηθούν σαν να είναι η τελευταία τους φορά.
Εκείνες τις στιγμές ξεχνούσε φαίνεται πως αυτό το "κάθε μέρα" ήταν πολύ μακρινό, πως είχε χαθεί πια. Μαζί με εκείνον. Πως η πόρτα δεν θα άνοιγε ξανά για να αντικρύσει το πρόσωπο του, που τόσο το λάτρευε ώστε το είχε μάθει απ' έξω. Κάθε λεπτομέρεια, κάθε ρυτίδα, κάθε έκφραση του. Δεν θα ένιωθε πάλι το άρωμα του παντού τριγύρω, στον αέρα, στα έπιπλα, στο μαξιλάρι, στο σώμα της.
Με τον καιρό ίσως και η εικόνα του να θόλωνε στο μυαλό της, να ξεθώριαζε σαν παλιά φωτογραφία. Αλλά όχι! Αυτό δεν το δεχόταν, αυτό δεν μπορούσε να συμβεί. Το κομμάτι του μέσα της θα έμενε ανέγγιχτο, όσος καιρός κι αν περνούσε. Θα έμενε εκεί, στη ψυχή της, σφραγισμένο με το γλυκό του χαμόγελο. Αυτό το παιδικό του χαμόγελο, που όποτε το σκεφτόταν ήταν σα να τον έχει μπροστά της να της το χαρίζει ακόμη μία φορά. Έκλεισε τα μάτια της για να το θαυμάσει λίγο ακόμα.
Και τα άνοιξε για να κοιτάξει πάλι στο ρολόι. Είχε περάσει η ώρα, κι ούτε που το κατάλαβε. Σηκώθηκε λοιπόν να πάει για ύπνο, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο τραπεζάκι του τηλεφώνου, κάτω απ' το ρολόι. Και στο σημείωμα του, που το είχε αφήσει εκεί... πόσο καιρό αλήθεια;

"Ήταν μία από τις ομορφότερες νύχτες της ζωής μου... Να δω πως θα περάσουν οι ώρες σήμερα. Ανυπομονώ να γυρίσω κοντά σου...
Σ' αγαπάω..."

Έσβησε το φως, πήγε στο κρεβάτι και χάθηκε κάτω από το πάπλωμα. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της πως θα σταματήσει να κλαίει. Κάθε μέρα έδινε την ίδια υπόσχεση. Και κάθε βράδυ την έσπαγε...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 17

Η ματωμένη.....


Σημέρα δεν είμαι εδω.....ειμαι αλλου εκει που δεν μπορει να με προσταξει καμια λογικη καμια κοινη ηθικη......Ματωμένη απο την κορυφη ως κάτω.....
Αν δεν αντεχεις....Αστο δεν εχω αλλη ανοχη....


-Εχεις βρεθει σε σημειο να πεις τερμα....Δεν αντεχω αλλή μονοτονια αλλη βλακεια?
-οχι ....οχι ακομα ενοω....
-Θα σου δειξω.....
Ηταν πρωί... ξυπνησε και το μονο που είδε δίπλα της ήταν το προσωπο ενος ανθρωπου που ηταν τοσο οικειο και τοσο αγνωστο....Ηταν ο συζηγος της....μα είχε αλλάξει.... οχι δεν ήταν το γερασμα των χαρακτηριστικων του ουτε η ταραγμενη εκφραση του προσωπου του αν και κοιμοταν.... ειχε αλλαξει πολυ και βαθεια....Δεν ήταν ο άνθρωπος που ηταν κάποτε... δεν τον γνώριζε....Καποτε ξυπνουσε απο τους αστατους χτυπους της καρδιας του κρεμασμενη απο το στηθος του τωρα αυτο που εβλεπε οταν ανοιγε τα ματια της πλεον δεν ηταν το προσωπο του αλλα η πλάτη του.....Ξαφνικα ενιωσε την αναγκη να ξυπνησει μονη της εντελος παρα με ''αυτον'' τον καποιον τον αγνωστο τον τοσο ξενο αντρα διπλα της....Πηρε μια αναπνοη και σηκώθηκε με κουρασμενα βήματα  τριγυρισε το σπίτι ... πραγματα πεταγμενα.... ρουχα χαρτια χαρτοφυλακες.... Κοιτουσε έξω... χωρις να βλεπει ομως πραγματικα....  δεν σκεφτοταν....
    Μεσα ο αντρας της εκανε θορυβο με την ντουλαπα....Δεν μιλησε καθολου σε εκεινη....Για να επιταχυνει την αναχωρηση του εκανε μια αδεξια κινηση να μαζεψει τα πραγματα του το κινητο του ανοιχτο και ξεχασμενο σε ενα τελευταιο μυνημα....<<Θα  ερθω μπεμπα μου μολις ξεμπερδεψω απο ''αυτην''>>Ο αριθμος της ηταν αγνωστος δεν σοκαριστικε δεν φωναξε καν δεν το ανεφερε το αφησε κατω και καθησε πισω στην θέση της σαν αγαλμα δεν σκεφτοταν ακομα τίποτα μια απολυτη σιωπη στο κεφαλι της σαν να νεκρωθηκε καθε κυτταρο της....
Εκεινος αταραχος αλλα σκυθρωπος μαζεψε τα πραγματα του ήπιε μια γουλια καφε απο το ποτηρι της .... και έφυγε.....Τοτε ήρθε στο μυαλο της σαν σλαιτσ Το προσωπο του φωτισμενο χαρωπο μαγειρευε για εκεινη την αποκαλουσε μπεμπα τπυ την φιλουσε εκεινα τα πρωινα που κατεληγαν σε ατελιωτες ώρες αγγαλια σε ατελιωτες  ωρες με ομορφες κουβεντες....ΚΑι τωρα τι?Εφυγε χωρις ουτε ενα γεια ο Αντρας της εκεινος που εζησε μαζι της πολλα εκεινος αποκαλουσε αλλη μπεμπα....Δεν την πειραζε....Ο γάμος τους είχε νεκρωσει προ πολλου μονο που εκεινη εθελοτυφλουσε.....Εκανε οοτι μπορουσε να το κρατησει ζώντανο....Αλλα εκει ήταν το τελος δεν την πεοραξε η μπεμπα την πειραξε η πιο αδεια απο ερημο ζωή της......
Τα πόδια της την οδηγησαν στην κρεβατοκαμαρα ντυθηκε....βαφτικε και πηρε το αυτοκινητο....
Περιπλανωταν ωρες εδω και εκει χωρις σκόπο μονο σκεφτόταν.....Την ζωή της κοιμοταν με εναν ξένo σε ενα σπίτι που την επνιγε....Αδεια πολυ αδεια...Χωρις ενταση χωρις τιποτα.... με το αυτοκινητο έιχε φτασει μακρυα τωρα απο την πολη....Εκει ήταν που το πήρε αποφαση σήμερα θα εκανε μια τρέλλα.....

Μπροστα της μια γεφυρα ψήλη.....και απο κατω ενας ποταμος θυμωμενος οσο και εκεινη τωρα παρα τον θυμο της ενιωσε μια ευτυχια απιστευτη ....γιατι ενιωθε.... ενιωθε εστω και αν αυτο που ενιωθε ηταν θυμος.....
ανεβηκε στην κορυφη τη κοιταξε κάτω χωρις μελοδραματισμους χωρισ ανοησιες είδε καθαρα πως δεν ηταν το σήμερινο που παρακινουσε την θελήση της να προχωρησει ηταν ολο το κενο της δεν είχε τιποτα δικαιουταν λίγα λεπτα αδρεναλινης.......Ακομα και αν δεν σωθει εκανε κατι για εκεινη ακομα και αν αυτο ηταν τρελα...
Ενα γεναιο βήμα το σώμα της στον αερα  για λιγα δευτερα και μετα.....
μετα θυμος... αδρεναλινη.....ΤΕΛΟΣ....

Γ,Σ.

 

Ας πιουμε προς τιμην του θαρρους...
ή της υπερμετρης ανοησιας?

Σάββατο, Δεκεμβρίου 12

Με αφορμή ένα γράμμα...


Σήκωσε το γράμμα από το πάτωμα και το κράτησε στα χέρια της. Πόσο καιρό είχε μείνει ξεχασμένο εκεί, μέχρι να το ξεράσει το ατακτοποίητο συρτάρι; Το άνοιξε και γλίστρησε το βλέμμα της μέσα στις γραμμές με τα μικροσκοπικά εκείνα γραμματάκια. Πόσες σκέψεις, πόσες εκδηλώσεις λατρείας, πόσες υποσχέσεις είχαν χωρέσει μέσα σ' εκείνες τις δύο σελίδες... Και πόσο μακρινές έμοιαζαν τώρα πια...
Ο έρωτας σβήνει το ίδιο γρήγορα με το χρόνο που θέλει για να φουντώσει... Γεννιέται, ανθίζει, απλώνει τα πέπλα του πάνω στη ψυχή, που ξεχειλίζει από επιθυμίες και συναισθήματα, για να φτάσει στο τέλος του, να μαραθεί, αφήνοντας πίσω δάκρυα, πόνο και αναμνήσεις... Μέχρι να γίνει κι αυτός ένα θαμμένο κομμάτι στο πίσω μέρος του νου, εκεί που κρύβονται όσα έζησες, στιγμές που πέρασαν, γεγονότα που ανήκουν στο χθες και που συνθέτουν το σήμερα...
Το κενό που υπήρχε μέσα της.. εκεί, συνδεδεμένο με έναν κόμπο στο στομάχι, σαν να ξύπνησε ξαφνικά.. ανέβηκε μέχρι το λαιμό της έτοιμο να τη πνίξει... Δίπλωσε το γράμμα και το έκλεισε ξανά στο φάκελο. Πήρε το φάκελο και τον έβαλε μέσα στο τασάκι. Πήρε τον αναπτήρα, τον τοποθέτησε στη μία γωνία του φακέλου και έμεινε να τον κοιτάει καθώς χανόταν μέσα στη φλόγα και μεταμορφωνόταν σε στάχτη, που έμεινε ακίνητη και ζεστή ακόμα στον πάτο από το τασάκι...
Το έκαψε το γράμμα, μιας και δεν μπορούσε να κάψει τις σκέψεις που τριγυρνούσαν στο μυαλό της... Όχι γιατί την πονούσε ακόμη... Αλλά γιατί έπρεπε κάποια στιγμή να ανθίσει κάτι νέο στην καρδιά της.. έπρεπε οι στάχτες του χθες να μείνουν κλεισμένες σ' εκείνο το πίσω μέρος του νου και αυτό το κάτι νέο να γεννηθεί και να πλημμυρίσει την επιφάνεια του...

Πέμπτη, Νοεμβρίου 19

Ιστορια αφιερωμενη στο παράλογο....Η Ζωγραφια.


Στον πυρετό της προετοιμασιας το μάτι της πήρε ξυστα το ειδωλο που σχηματιστηκε στον καθρεφτη...βιαστικα ομως ετσι με λαχταρα ξανα κοιταει εκει και το ειδωλο τωρα κοιταει αυταρεσκα  τωρα σε εκεινη....ηταν γεγονος ο εαυτος της της αρεσε πολυ...και θα εβρισκε το τελειο το διχως αλλο.Το μαυρο φόρεμα χαμογελουσε πάνω της και περλες στον λαιμο της ξαπλωναν με χαρη και ευχαριστηση.....πως θα μπορουσαν αλωστε να παραπονεθουν πανω σε εναν τετοιο λαιμο....
Τακ τακ Τακ... τα αναλαφρα βήματα της αφηναν μια υποψια γυναικειου τακουνιου ηχο....βιαστηκε....είχε ραντεβου με μια πολυ καλη της φίλη να παει να την πάρει... επιεδη δεν οδηγουσε <<η καημενη μονο νοικοκυρα πως καταντησε>> σκεφτηκε ...καθως ενα απολυτα γοητευτικο και γεματο κακια χαμογελο σχηματιστηκε στα κοκκινα χειλη της....Εξω απο το σπιτι της φιλης της αρχισε να κανει φασαρια με την κόρνα γιατι δεν μπορουσε να κατεβει κάτω να χτυπησει την πόρτα δεν μπορουσε να περιμενει ομως και αρχισε να παταει την κόρνα σαν τρελη.... Ανοιγοντας την πόρτα η φιλη της με ενα σχεδον καλο συνολακι αποχαιρετα εναν καλοσυνατο κυριο που την κραταει απο την μεση σφιχτα προστατευτικα και την φιλαει στα κλεφτα στο μαγουλο....
Εκεινη την στιγμη ενιωσε ενα τσιμπιμα ζήλειας αν και τραβουσε πάντα τα βλέμματα πανω της κανενας δεν την είχε φιλήσει ετσι....Και εκεινη την στιγμη ήρθε και το αποτελειωτικο χτυπημα της
Ενα αγορακι με καστανα μαλλια λακακια....και ενα χαμογελο αθωο ομορφο ζωηρο παιδικο ενα πλάσμα ονειρο τρεχει και αγγαλιαζει την φίλη της απο την μεση και της φωναζει ''Σ'αγαπω μαμα''
Σιγουρα δεν εχει νιωσει τοση ζήλεια ποτε της.....Ξαφνικα πόθησε οσα η''αλλη'' ειχε.....
Και ομως ετσι είχαν τα πραγματα....εκεινη ειχε την απολυτη ομορφια αλλα η ''αλλη ειχε την ευτυχια...Και τοτε ήταν που πηρε την μεγάλη αποφαση σήμερα θα εβρισκε εκεινον που θα την έκανε ευτυχισμενη θα εδινε ευκαιριες και δεν πειραζει αν εδειχνε και λιγο ευκολη....Σημερα θα αποκτουσε εκεινο που δεν είχε Σημερα θα γινοταν καλητερη απο την ''αλλη''.
Στο μπαρ είχε τα παντα ολα τα μάτια πάνω της και οντως μετα απο λιγη ώρα εκεινος ο απεναντι την κοιτουσε....Πολυ αλκοολ στο αίμα της... πολυ ζαλή δεν καταλαβε τιποτα δεν θα προχωρουσε σε τιποτα σημερα ήθελε απλα να εξασφαλισει ενα ραντεβου που θα την εφερνε πιο κοντα σε εκεινο που ειχε βαλει στοχο....
Του επετρεψε να την παει σπιτι....την ανεβασε μεχρι την πόρτα της....εκεινη πηγε να τον καληνυχτισει αφου είχε εξασφαλισει τον αριθμο του. εκεινος ομως είχε διαφορετικη αποψη.... με το ανοιγμα της πόρτας την εβαλε μεσα βιαια και ξαφνικα χωρις καν να καταλαβει τι γινοταν τα ρουχα της ήταν σκισμενα και στο πάτωμα εκεινη ενιωθε αποστροφη αηδια  ενιωθε το σωμα της να ποναει και να μην μπορει ομως να βαλει τον εαυτο της σε θεση αμυνας... περιμενε.,....
υπομονετικα να τελιωσει ολο αυτο απλα περιμενε....Την πεταξε στην ακρη του κρεβατιου και εφυγε εκεινη εμεινε ετσι μεχρι το πρωι δεν μπορουσε να κουνηθει δεν είχε πια κουραγιο....
.....................................................................................................................................................................
3 μηνες μετα..... 
  3 μηνες μετα κοιτουσε πάνω της πανω στην κοιλια της ενα λοφακι....ενα μικρο λόφακι και ευχοταν κρυφα να μην ήταν τοσο ζηλειαρα και ματαιοδοξη....Το μονο που θυμοταν ήταν ο πονος και η αηδια εκεινης της νυχτα σημερα τι ειχε καταφερει? ενα κενο μέσα της ενα παιδι μεσα της και εκεινη τοσο αδεια αυτη ηταν η ζωη που ονειρευτικε?αυτο ήθελε οταν ξεκινησε εκεινη την νυχτα με διαθεσεις αγριες να βρει το αλλο της μισο να κανει οικογενεια....?
μετα απο λιγους μηνες ενα μικρο κοριτσι γεννηθηκε.....Το ονομα αυτης.....
Ζωγραφια.....






Γ.Σ.